του Ι. Μότση

5,6 εκατομμύρια Ελληνες α’, β’, γ’αλλά και δ’ γενιάς αποτελούν σήμερα τον Ελληνισμό της Διασποράς, τον Απόδημο Ελληνισμό. Με τον όρο “Απόδημος Ελληνισμός” εννοούμε όλους τους ομογενείς του εξωτερικού είτε αυτοί προέρχονται από τον ελλαδικό ή κυπριακό χώρο είτε από τις διάφορες  ελληνικές εστίες που δεν υπάγονται στην κυριαρχία των δύο ελληνικών κρατών Ελλάδας και Κύπρου.
Στο σημείο αυτό απαιτείται ένας εννοιολογικός προσδιορισμός των όρων “Μετανάστης”,  “Απόδημος”,  Ομογενής”,  οι οποίοι άλλοτε χρησιμοποιούνται ως ταυτόσημες και άλλοτε ως επάλληλες  είτε υπάλληλες έννοιες.

Ο Μετανάστης προσδιορίζεται από τον αντίθετό του,  τον γηγενή τον αυτόχθονα.  Δεν αποτελεί εγγενές τμήμα ή παραγωγή του χώρου υποδοχής.  Ετσι σαν τμήμα και παραγωγή ενός άλλου ανόμοιου κοινωνικού χώρου εκδιώκεται στην περιφέρεια του κοινωνικού χώρου υποδοχής,  εκεί όπου οι ελαστικές δομές καθιστούν την παραμονή του σ’αυτές λιγώτερο προβληματική για τις κεντρικές δομές του χώρου υποδοχής αλλά και διότι η ελαστικότητα των περιφερειακών αυτών δομών καθιστά ανεκτή την παρουσία σ’αυτές ξένων και εγκλείσιμων υποχώρων.  Η διείσδυση από τις περιφερειακές στις εσωτερικές δομές του χώρου υποδοχής προυποθέτει την πάταξη των αντιστάσεων του γεννήτορα χώρου μέχρι την τελική αλλοίωσή του και προσομοίωσή του με τις παραγωγές του χώρου υποδοχής.

Ο όρος “Απόδημος” προσδιορίζεται από τον ένδημο ή ενδημούντα.  Ειναι ο μή ένδημος, ο απελθών και κατοικών εκτός των ορίων του χώρου που ορίζεται ως δήμος ή πατρίδα και του οποίου αποτελεί τμήμα και παραγωγή του.
Ετσι το ίδιο άτομο αντιμετωπίζεται ως Απόδημος από την πλευρά του γεννήτορα χώρου και ως μετανάστης ή έπηλυς από την πλευρά του χώρου υποδοχής.
Ο τρίτος όρος “Ομοεθνής” παραπέμπει σε διαφοροποιημενους,  διαχωρισμένους και διακριτούς χώρους,  τους εθνικούς κοινωνικούς σχηματισμούς.  Ομοεθνής είναι λοιπόν ο ανήκων στο ίδιο έθνος που μπορεί να είναι και αλλογενής ή αλλόφυλος.
Ως Ελληνισμός γενικά νοείται το σύνολο των ατόμων που κατάγονται από το ελληνικόν γένος.  Ομογενείς των Ελλαδιτών είναι όλοι οι ελληνικής καταγωγής εκτός του ελλαδικού χώρου,  εκτός των ορίων του ελληνικού κράτους.  Ως Απόδημος Ελληνισμός νοείται το τμήμα εκείνο του Ελληνισμού το οποίο ζει εκτός των προγονικών εστιών του.  Στον Απόδημο Ελληνισμό συμπεριλαμβάνονται όλοι οι απόδημοι Ελλαδίτες και Ελληνοκύπριοι, οι απόδημοι Ελληνες από την Βόρειο Ηπειρο,  την  Μικρά Ασία και τον Πόντο και αλλαχού.

apel_400

Αναγκαίο επίσης είναι η αναφορά στις σχέσεις των όρων “Ελληνισμός-Ομογένεια”.  Αναφέρθηκε ήδη πως ομογενείς των Ελλαδιτών ειναι όλα τα άτομα ελληνικής καταγωγής που ζουν εκτός των ορίων  του ελλαδικού κράτους.  Αυτό σημαίνει πως ο όρος ομογένεια  αναφέρεται στην φυλετική σχέση μεταξύ των τμημάτων του Ελληνισμου.  Ομογενείς των Ελλαδιτών είναι για παράδειγμα και οι ένδημοι  Ελληνοκύπριοι καθώς και οι ένδημοι Βορειοηπειρώτες και όχι μόνον  οι απόδημοι Ελλαδίτες.

Η αναφορά στην κοινή καταγωγή αποτελεί ένα βασικό χαρακτηριστικό του συνόλου του Ελληνισμού.  Δεν ειναι όμως αυτή και μόνη η  καταγωγή που κρατά τον Απόδημο Ελληνισμό ζωντανό κομμάτι του  Ελληνισμού.  Εδώ οι έννοιες “ταυτότητα” και “ελληνικότητα” αποκτούν  μια ιδιαίτερη σημασία.
Η διατήρηση ή όχι και μέχρι ποιάς γενιάς της ταυτότητας του  Απόδημου Ελληνισμού είναι συνάρτηση πολλών παραγόντων.  Η ίδια η  έννοια “ταυτότητα”, ως σύμπτωση της υποκειμενικής και  αντικειμενικής διάστασης του ατόμου,  της ομάδας ή γενιάς έχει  σημασία μόνον όταν αυτή εκλαμβάνεται στην διαχρονική της διάσταση.  Μ’ αυτη την έννοια κάθε γενιά συγκροτεί την δική της ταυτότητα, η οποία αποτελεί σε τελική ανάλυση την δυναμική σύνθεση,  των  εμπειριών της,  του πολιτισμού (παράδοση και πολιτιστικός  περίγυρος) και των στόχων της.

Εδώ ανακύπτει ένα βασικό πρόβλημα.  Από το σύνολο των γενικά  αποδεκτών υπεριστορικών αμετάβλητων οντοτήτων, συστατικών  στοιχείων του έθνους -έδαφος,  γλώσσα,  παράδοση – ποιό μπορεί να  αποτελέσει ασφαλή βάση για την εξαγωγή συμπερασμάτων ως πρός τον  βαθμό διατήρησης της ελληνικής ταυτότητας του Απόδημου  Ελληνισμού.   Μπορούμε να μιλάμε τελικά για ελληνική ταυτότητα ως  συνδετικό,  μη προσδιορίσιμο ούτε άλλωστε συγκρίσιμο μέγεθος μεταξύ  των δύο τμημάτων του Ελληνισμού;
Η διαφορετικότητα του συνόλου των κοινωνικών σχέσων από χώρα σε χώρα κι απο  περίοδο σε περίοδο ειναι βασικά υπεύθυνη για τους  διαφοροποιημένους προσανατολισμούς,  δομές και λειτουργίες των  ελληνικών παροικιών στο εξωτερικό.  Η διαφοροποιήσεις αυτές  καθιστούν αφερέγγυα την “ελληνική ταυτότητα” του Απόδημου  Ελληνισμού αλλά και του Ελληνισμού γενικά ως προσδιοριστικό  σημείο αναφοράς και αντιδιαστολής της εθνικής αυτοσυνειδησίας.
Η υπεριστορικότητα των συστατικών στοιχείων του έθνους απαιτεί αντίστοιχα υπεριστορικά μεγέθη προσδιορισμού  του Ελληνισμού ως  ενιαίας οντότητας σε διαφορετικές χωροχρονικές μήτρες αναφοράς.  Η  ελληνική ταυτότητα στην διαχρονική της διάσταση,  ως ιστορία και  μύθος που δίνουν στον Ελληνισμό την αίσθηση της συνέχειας στον  χρόνο και της ενότητας στον χώρο ειναι αναγκαία όχι όμως και  ικανή συνθήκη ανταπόκρισης-αναγωγης του Ελληνισμού στην  υπεριστορικότητα των συστατικών του στοιχείων.  Εδώ ο όρος  “Ελληνικότητα” ως ενα είδος θεωρητικής ταυτότητας δίνει την δική  του συνεισφορά.
Ως Ελληνικότητα ορίζεται η σχέση ένταξης-υποταγής σ’ ένα  σύστημα στοιχείων μεταβιβαζόμενης ιδεολογικοποιημένης συλλογικής  κληρονομιάς,  η οποία συνθέτει την βάση της διαφοροποίησης και  αυτοπροσδιοριμού του Ελληνισμού ως αυτοτελούς οντότητας και  επιδιώκει με την σταθερή αναπαραγωγή της την συνεχή επιβεβαίωση  της διαφοροποιητικής της λειτουργίας.

Οι Ελληνες Απόδημοι στην εγκατάστασή τους στην νέα χώρα έπρεπε να κατοχυρώσουν τους υλικούς όρους επιβίωσής τους, οικοδομώντας ταυτόχρονα τις προυποθέσεις επίτευξης των στόχων της Αποδημίας. Τις περισσότερες φορές οι στόχοι αυτοί συνδέονται άμεσα με τις αιτίες που τους οδήγησαν στην αποδημία. Αυτή η εμφανής παρουσία των αιτιών της αποδημίας και η τάση άρσης αυτών λειτουργεί σαν βασικός συσπειρωτικός, σαν πρώτος παράγοντας ώθησης στην εθνοργάνωση.
Η κατοχύρωση των υλικών όρων επιβίωσης οδηγεί τους απόδημους σε διάφορες συσπειρώσεις, κυρίως αλληλοβοήθειας, αλληλουποστήριξης και ενημέρωσης για τις δυνατότητες αντιμετώπισης των βασικών καθημερινών προβλημάτων τους. Οι πρώτες ομογενειακές οργανώσεις στην γένεσή τους έχουν κυρίαρχο στοιχείο τους ακριβώς αυτή την αλληλοβοηθητική ανάγκη, ανεξάρτητα από την επωνυμία της ομογενειακής οργάνωσης, αν είναι δηλ. κοινότητα, εθνικοτοπικός σύλλογος ή οποιαδήποτε άλλη τυπική ή άτυπη οργάνωση.
Η διαδικασία αναγνώρισης του ξένου κοινωνικού περιβάλλοντος  δημιουργεί τις προυποθέσεις στοιχειώδους πολιτιστικής επικοινωνίας των απόδημων Ελλήνων με το περιβάλλον αυτό, αλλά ταυτόχρονα σ’αυτή τήν επικοινωνία διαφαίνονται και οι πρώτες πολιτιστικές συγκρούσεις καί αναδεικνύεται η ανάγκη πολιτιστικής άμυνας. Οσο μεγαλύτερη ένταση έχουν αυτές οι πολιτιστικές συγκρούσεις τόσο πιό ισχυρά, πιό κυρίαρχα αναδεικνύονται στην ομογενειακη οργάνωση τα στοιχεία μιάς οργανωμένης πολιτιστικής άμυνας. Η οργανωμένη πολιτιστική άμυνα τείνει, εκεί που οι εξωτερικοί παράγοντες τό επιτρέπουν, να πάρει την μορφή ενός ολοκληρωμένου συστήματος αναπαραγωγής του συνόλου των ιδεολογικών και πολιτιστικών σχέσεων και αξιών της ομοεθνικής ομάδας. Η δεκτικότητα όπως και η αφομοιωτικότητα νέων πολιτιστικών στοιχείων της φιλοξενούσης χώρας από πολιτιστικές μειονότητες θα καθορίσει τον χαρακτήρα της πολιτιστικής άμυνας των ομογενειακών οργανώσεων και θα τις προσδώσει χαρακτηριστικά μιάς ιδιόμορφης πολιτιστικής διείσδυσης, μιάς πολιτιστικής συνύπαρξης η οποία θα χαρακτηρίζεται από ένα ευρύ φάσμα συμπεριφοράς, από την ανοχή έως την αναγνώριση της ισοτιμίας των δύο πολιτισμών.
Το συγκεκριμένο καί χωροχρονικά προσδιορισμένο επίπεδο του συνόλου των κοινωνικών σχέσων της χώρας υποδοχής, ο βαθμός ρευστότητας των σχέσεων παραγωγής θα καθορίσει και τις δυνατότητες διείσδυσης της ομοεθνικής ομάδας στο συνολικό πλέγμα των σχέσεων παραγωγής καταλαμβάνοντας σ’ αυτές συγκεκριμένες θέσεις. Για κάθε ελληνική παροικία στο εξωτερικό κάθε συγκεκριμένη περίοδος δημιουργεί και τα δικά της πλαίσια ανάπτυξης της  παροικίας, τα οποία καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό την ανάπτυξή της, την δομή και τον προσανατολισμό της.
Η εμφάνιση των πρωτων ομογενειακών οργανώσεων έχει σχέση με την ανάγκη αλληλοβοήθειας των απόδημων Ελλήνων και με την τέλεση των βασικών θρησκευτικών μυστηρίων. Σταδιακά οι δραστηριότητες διευρύνονται και τείνουν να καλύψουν το σύνολο των πολιτιστικών αναγκών των μελών τους. Η παρουσία μαθητικού δυναμικού θα διευρύνει περαιτέρω τα πλαίσια των πολιτιστικών δραστηριοτήτων καλύπτοντας και τις εκπαιδευτικές δραστηριότητες των νεαρών Ελλήνων σχολικής ηλικίας. Οι ομογενειακές οργανώσεις παίρνουν έτσι τον χαρακτήρα της καθολικής πολιτιστικής άμυνας απέναντι σε μια κοινωνία την οποία τα μέλη της ομογενειακής οργάνωσης βιώνουν σαν εχθρική είτε γιατί έτσι πράγματι είναι, είτε γιατί οι απόδημοι Ελληνες αδυνατούν να αντιληφθούν την νέα κατάσταση σ ‘ολο της το εύρος αποδίδοντας σ’ αυτήν την κατάσταση τον χαρακτήρα μιας χρονικά περιορισμένης παραμονής ή γιατί τέλος αδυνατούν ή δεν θέλουν να προσαρμοστούν στο νεο πολιτιστικό περιβάλλον.
Η κατοχύρωση των βασικών υλικών όρων διαβίωσης και των βασικών πολιτιστικών αναγκών θα δημιουργήσει την βάση γιά την ανάδειξη νέων αναγκών και αντίστοιχων μορφών οργάνωσης για την κάλυψή τους. Οι ανάγκες αυτές είναι ουσιαστικές μέν αλλά δευτερογενείς και η προσπαθεια κάλυψης τους χαρακτηρίζει την απαρχή μιας διαδικασίας πολιτισμικής κατ’ αρχάς προσέγγισης με σαφή όμως τα στοιχεία της επίδρασης των προσπολιτισμικών διαδικασιών της χώρας υποδοχής.
Αυτή η στιγμή είναι και η πιό καθοριστική για το μέλλον των ελληνικών κοινοτήτων αλλά και των Απόδημων Ελλήνων στην συγκεκριμένη χώρα. Ειναι η περίοδος η οποία είναι επιρρεπής σε κάθε είδους παρέμβαση από ομοεθνικούς παράγοντες, είτε κρατικούς είτε εκκλησιαστικούς. Ειναι η περίοδος όπου δοκιμάζεται η συνοχή της ομοεθνικής ομάδας. Οι συγκρούσεις για την επικράτηση της μιας ή της άλλης πολιτισμικής κατεύθυνσης της παροικίας είναι έντονες και πολλές φορές διχαστικές. Η διάρκεια παραμονής των απόδημων Ελλήνων στην χώρα υποδοχής ακόμη κι οταν δεν ομολογείται προσδοκάται μακρά. {……Τελικά η σύγκρουση αυτή θα οδηγήσει στην συσπείρωση της παροικίας σε δύο βασικοιύς πόλους, την ορθόδοξη εκκλησία και τις ανεξάρτητες Κοινότητες. Η συσπείρωση σε δύο πόλους  είναι το αποτέλεσμα της αδυναμίας των ομογενών να διαγνώσουν νηφάλια τις ανάγκες τους και ανάλογα να συγκροτήσουν τις οργανώσεις και μηχανισμούς που θα τις καλύψουν…..}.
Οι εθνικοτοπικες οργανώσεις δίνουν μια διέξοδο στους Ελληνες μετανάστες. Ειναι οι οργανώσεις εκείνες οι οποίες από την μια πλευρά μπορούν να μείνουν έξω από την διαμάχη, εφ’ όσον αυτή υπάρχει, ανεξάρτητων κοινοτήτων και εκκλησίας και από την αλλη πλευρά παρουσιάζουν ισχυρότατες αντιστάσεις στις προσπολιτισμικές διαδικασίες των χωρών υποδοχής. Εκπληρούν τελικά με μεγαλύτερη πληροτητα τις πολιτιστικές ανάγκες των μελών τους, αφου τα μέλη τους ακριβώς έχουν τις ίδιες πολιτιστικές καταβολές και κοινή την επιθυμία να ενισχύσουν τις ιδιαίτερές τους πατρίδες στην Ελλάδα.
Με την πάροδο του χρόνου και με την σταθεροποίηση της θέσης των απόδημων Ελλήνων στην χώρα υποδοχής εμφανίζονται μονόσκοπες ή ολιγόσκοπες οργανώσεις, οι οποίες καλύπτουν συγκεκριμένες ανάγκες όπως μουσικη, χορό, θέατρο, ποδόσφαιρο κ.λ.π. Η εμφάνιση των οργανώσεων αυτών δείχνει ότι οι προσπολιτισμικές διαδικασίες των χωρών υποδοχής είχαν τα πρώτα τους αποτελέσματα αλλά και πως οι απόδημοι Ελληνες έχουν ξεπεράσει ουσιαστικά το στάδιο της προσαρμογής στην παραγωγική διαδικασία και έχουν ενταχθεί σ’ αυτήν αναγνωρίζοντας και πολλές φορές κυριαρχώντας τους όρους της.
Η εισροή Ελλήνων νεομεταναστών στις χώρες υποδοχής και η συγκέντρωσή τους σε συγκεκριμένες περιοχές, όπως και ο προσανατολισμός των περισσοτέρων σε συγκεκριμένους τομείς της παραγωγής στην χώρα υποδοχής θα έχει ευεργετικές επιδράσεις στην πολιτιστική άμυνα των παλαιομεταναστών και στην ισχυροποίηση της θέσης τους στην παραγωγική διαδικασία, θα δημιουργήσει ταυτόχρονα όμως και νέες συγκρούσεις στο εσωτερικό της ομοεθνικής ομάδας. Οι συγκρούσεις αυτές αναφέρονται σε δύο επίπεδα και θα επηρεάσουν και τον προσανατολισμό των ομογενειακών οργανώσεων. Το πρώτο επίπεδο αφορά στο είδος των αναγκών που καλούνται να καλύψουν οι ομογενειακές οργανώσεις και ιδιαίτερα οι κοινότητες. Οι παλαιομετανάστες έχοντας καλύψει τις βασικές ανάγκες επιβίωσή τους πιέζουν ουσιαστικα στην κάλυψη δευτερογενών αναγκών γεγονός στο οποίο αντιτίθενται οι νεομετανάστες, οι οποίοι δεν έχουν κατοχυρώσει ή έχουν σε μικρό βαθμό κατοχυρώσει τους υλικούς  όρους διαβίωσής τους στην χώρα υποδοχής. Ουσιαστικά οι νεομετανάστες πιέζουν σε μια επιβράδυνση της προσαρμογής της ομογενειακής οργάνωσης στην κάλυψη των δευτερογενών αναγκών των παλαιομεταναστών δίνοντας το προβάδισμα στην κάλυψη των δικών τους πρωτογενών αναγκών.
Το δεύτερο επίπεδο σύγκρουσης αναφέρεται σε μια ιδιόμορφη πολιτιστική σύγκρουση. Η περίοδος που μεσολάβησε μεταξύ των μεταναστευτικών ρευμάτων έχει διαφοροποιήσει ουσιαστικά και την πολιτιστική υποδομή των μεταναστών. Οι παλαιομετανάστες είναι πολιτιστική παραγωγή μιας διαφορετικής περιόδου στην Ελλάδα και οι προσπολιτισμικές διαδικασίες των χωρών υποδοχής έχουν διαφοροποιήσει σημαντικά τα πολιτιστικά στοιχεία αναφοράς τους σε σχέση με τους νεομετανάστες. Οι αντιθέσεις αυτές επενδύονται και το πολιτικό στοιχείο το οποίο τελικά διαμορφώνει ένα τρίτο επίπεδο σύγκρουσης και στο οποίο τελικά συγχωνεύονται οι αντιθέσεις των δύο άλλων επιπέδων.
Οι πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα, οι αντιθέσεις, οι συγκρούσεις και ο εμφύλιος πόλεμος όλα μεταφέρονται από τα διάφορα ελληνικά μεταναστευτικά ρεύματα στον απόδημο ελληνισμό. Στις πολιτικές αυτές διαμάχες που ενίοτε παίρνουν τον χαρακτήρα ανοιχτής πολιτικής σύγκρουσης και διχασμού  οι ελληνικές αρχές στο εξωτερικό δεν φαίνονται να παραμένουν αμέτοχες. Συνήθως οι ελληνικές διπλωματικές αρχές στο εξωτερικό αντιμετώπιζαν τον Απόδημο Ελληνισμό με τον ίδιο διχαστικό τρόπο που αντιμετωπίζετο και ο Ελλαδικός Ελληνισμός ενισχύοντας με τον τρόπο αυτό τις αδιέξοδες πολιτικές αντιπαραθέσεις και πάθη και στον Απόδημο Ελληνισμό.  Αυτή η τακτική στον Απόδημο Ελληνισμό μπορεί να απέφερε βραχυπρόθεσμα κάποια θετικά αποτελέσματα στην εκάστοτε ελληνική κυβέρνηση, μακροπρόθεσμα όμως λειτουργούσε σαν παράγοντας άρσης εξ όλων, και εκ των ευνοουμένων, της εμπιστοσύνης προς το εθνικό κέντρο και σαν παράγοντας αποδοχής των προσπολιτισμικών διαδικασιών των χωρών υποδοχής.

2. ΔΟΜΗ ΚΑΙ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΩΝ ΟΜΟΓΕΝΕΙΑΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΣΕΩΝ

Κατά τον χρόνο της πρώτης μετανάστευσης Ελλήνων σε χώρα υποδοχής οι Ελληνες μετανάστες είχαν συνείδηση των ιδιαίτερων πολιτιστικών χαρακτηριστικών τους και αναγνώριζαν έμμεσα ή άμεσα τους εαυτούς τους ως αλλογενή μειονότητα σ’ ένα λίγο-πολύ ομοιογενές κυρίαρχο περιβάλλον και ως αντικείμενο των μηχανισμών αποκλεισμού και απομόνωσης από την κυρίαρχη εθνότητα. Κατά την συγκρότησή τους επομένως σε ομογενειακές οργανώσεις βασικός προσδιοριστικός παράγοντας της δομής και λειτουργίας της συλλογικής τους δραστηριότητας ηταν τόσο οι κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες των χωρών υποδοχής, τα όρια και οι προυποθέσεις που αυτές έθεταν όσο και η θέση που κατείχαν οι Ελληνες στο συνολικό κοινωνικό σύστημα της χώρας υποδοχής.
Αν η επίδραση των κοινωνικών συνθηκών στην προσδιορισμό της δομής αλλά και της λειτουργίας της ομογενειακής οργάνωσης ειναι εμφανής η επίδραση όμως της θέσης των Απόδημων Ελλήνων στο συνολικό κοινωνικό σύστημα χρειάζεται καποιες διευκρινίσεις. Η θέση αυτή των Απόδημων Ελλήνων ορίζεται από την πραγματική θέση που κατέχουν οι Ελληνες μετανάστες στην παραγωγική διαδικασία και από την αντίληψη που έχουν γι’ αυτήν τόσο οι ίδιοι οι Ελληνες όσο και ο ντόπιος πληθυσμός. Η απόδοση σ’ αυτούς ενός σημαντικού οικονομικού, πολιτιστικού και πολιτικού ρόλου στην κοινωνία της χώρας υποδοχής διευρύνει τις δυνατότητες αποτελεσματικότερης οργάνωσής τους η οποία τείνει να προσλάβει χαρακτήρα “πολιτιστικής επίθεσης”.  Αυτό συνήθως συμβαίνει όταν οι χώρες “υποδοχής” είναι οικονομικά υπανάπτυκτες και η παρουσία των Ελλήνων στις χώρες αυτές αποτελεί στοιχείο της εξάρτησης της χώρας υποδοχής από οικονομικά ανεπτυγμένες χώρες. Στο σύστημα αυτό της εξάρτησης οι Ελληνες καταλαμβάνουν την πλησιέστερη προς τον ντόπιο πληθυσμό θέση υπεροχής ως διαμεσολαβητές προς την ή τις επικυρίαρχες χώρες.
Διαφορετικές όμως είναι οι δυνατότητες των Ελλήνων όταν η χώρα υποδοχής είναι οικονομικά ανεπτυγμένη. Σ’ αυτή την περίπτωση αναπτύσσεται, συνεργούντων και των μηχανισμών της κυρίαρχης εθνότητας, ισχυρό, στους Ελληνες,το σύνδρομο του πολιτιστικά υποδεέστερου με αποτέλεσμα είτε τον αμυντικό προσανατολισμό της ομογενειακής οργάνωσης με αντιστοιχη προσαρμογή της δομής της, είτε την ανάδειξη ισχυρών τάσεων αφομοίωσης. Η διαδιακασία πολιτιστικής προσαρμογής επιμηκύνεται και το πολιτιστικό σόκ είναι αρκετά ισχυρό. Η προσδοκώμενη διάρκεια παραμονής στην χώρα υποδοχής ελαττούται και γενικά όλες οι συλλογικές δραστηριότητές τους έχουν τον χαρακτήρα του πρόσκαιρου, του προσωρινού. Η δομή και η λειτουργία της ομογενειακής οργάνωσης κυριαρχούνται από την αντίληψη του προσωρινού της παραμονής τους στην ξένη χώρα και δεν υπάρχει θέση για σκέψεις δημιουργίας υποδομής και μακρόχρονου προγραμματισμού.
Η προσδοκώμενη διάρκεια παραμονής των Ελλήνων πρωτομεταναστών στην χώρα υποδοχής θα επηρεάσει τόσο την συνεκτικότητα και πολυπλοκότητα της δομής και ως εκ τούτου  την λειτουργία και τον προσανατολισμό της ομογενειακής οργάνωσης που θα συγκροτήσουν όσο και την σύνθεσή της. Από την στιγμή που οι Ελληνες μετανάστες ξεπέρασαν την αντίληψη της βραχύχρονης παραμονής τους στην χώρα υποδοχής άρχισαν να κάνουν και τα πρώτα βήματα στην κατεύθυνση οργάνωσης των συλλογικών ενδοεθνικών δραστηριοτήτων τους πιό αποτελεσματικά με σαφή τα στοιχεία του μακροπρόθεσμου προγραμματισμού.

Οι ομογενειακές οργανώσεις για ένα μεγάλο διάστημα κατώρθωσαν να διατηρήσουν την ικμάδα τους και να πληρούν τις ανάγκες των μελών με αρκετή επάρκεια, παρά τις πολλές φορές εσωτερικές τους συγκρούσεις.  Στο διάστημα, όμως, αυτό αλλάζει τόσο  η θέση που κατείχαν οι Ελληνες στο συνολικό κοινωνικό σύστημα της χώρας υποδοχής όσο και η αντίληψη που έχουν γι’ αυτήν την θέση τόσο οι ίδιοι οι Ελληνες όσο και ο ντόπιος πληθυσμός. Κι αυτό αποτελεί ουσιαστικά την απαρχή της φυλορροής των ομογενειακών οργανώσεων. Η δεύτερη και οι επόμενες γενιές δεν δείχνουν την ίδια προθυμία κάλυψης των επικοινωνιακών τους κυρίως αναγκών μέσα μέσα από τους παροικιακούς θεσμούς. Η δεύτερη και οι επόμενες γενιές ειναι πολιτιστικές παραγωγές ενός διπολιτισμικού περιβάλλοντος, του ενδοεθνικού και του γηγενή με σαφή και νομοτελειακά προσδιορισμένη την υποχώρηση των επιδράσεων του ενδοεθνικού περιβάλλοντος υπέρ του  γηγενή.  Πλέον των 4.000 ομογενειακών οργανώσεων βιώνουν καθημερινά την γήρανσή τους αδυνατώντας να εντάξουν στην δύναμή τους, στις δραστηριότητές τους τον ηλικιακά νέο ομογενειακό πληθυσμό. Τα στοιχεία του οργανωμένου ομογενειακού πληθυσμού είναι συντριπτικά. Περί το 7 % μπορεί να υπολογίζεται το ποσοστό οργάνωσης του Απόδημου Ελληνισμού σε συλλογικούς φορείς, ποσοστό που πρέπει να ανασυντάξει τους σχεδιασμούς και να αναπροσανατολίσει τους στόχους και τις δραστηριότητες των θεσμοθετημένων οργάνων – και εννοώ κατά κύριο λόγο του Σ.Α.Ε- , φθίνον ποσοστό, που πρέπει να επανακαθορίσει έννοιες, πολιτικές και δράσεις της ελληνικής πολιτείας

5. 607. 000 εκατομμύρια υπολογίζεται πως αριθμεί ο Απόδημος  Ελληνισμός, αλλά ο ακριβής αριθμός παραμένει μάλλον άγνωστος.  Ελληνικής καταγωγής άτομα γ’ και δ’ γενιάς,  πολίτες χωρών υποδοχής δεν συμπεριλαμβάνονται στα στοιχεία κυρίως των  υπερπόντιων χωρών.  Μια ακριβής απογραφή δε από την πλευρά της   Ελλάδας είναι σχεδόν αδύνατη. Η ανταπόκριση των Αποδήμων Ομογενών   μας σε μια τέτοια προσπάθεια θα είναι σίγουρα ελλειπής.

katan1_400europe_400amerika_400 afrika_400asia_400okeania_400katan_400