Η συγκρότηση των ελληνικών παροικιών κατά την περίοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας προσδιορίζεται από την απουσία ενός ελεύθερου ελληνικού κράτους, – γεγονός που έχει συνέπειες μεταξύ άλλων και στο προσδόκιμο του χρόνου παραμονής στην χώρα υποδοχής – αλλά και από την ταξική διάρθρωση των Αποδήμων Ελλήνων κατά την περίοδο αυτή.

Ο σημαντικότερος όγκος των Ελλήνων της Διασποράς είναι λόγιοι κατά την πρώτη περίοδο μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης, οι οποίοι και μετακινούνται κυρίως προς την Ιταλική χερσόνησο και έμποροι, οι οποίοι και αναλαμβάνουν το διαμετακομιστικό εμπόριο της χωρών των Αψβούργων με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Μετά δε την συνθήκη του Karolwitz (1699), η οποία παρείχε πολλές διευκολύνσεις στο οθωμανικό εμπόριο και την συνθήκη του Passarowitz (1718), η οποία καθιέρωνε την ελεύθερη ναυσιπλοϊα στον Δούναβη, οι Έλληνες έμποροι απολαμβάνουν από τις Αψβουργικές χώρες ειδικών προνομίων. Από την άποψη αυτή οι ελληνικές παροικίες αποτελούσαν στοιχείο του μηχανισμού άσκησης της εξουσίας των Αψβούργων ή καλύτερα μια μερίδα της υπο εκκόλαψη αστικής τάξης των χωρών αυτών.

Στην Αυστρία, οι Έλληνες έμποροι συγκρότησαν εμπορικές ενώσεις, τις Κομπανίες, αξιοποιώντας τα αυτοκρατορικά προνόμια υπέρ των ορθόδοξων εμπόρων της Βαλκανικής. Οι κομπανίες απετέλεσαν ταυτόχρονα και την βάση για την συγκρότηση των κοινοτήτων της ελληνικής παροικίας σε δύο ουσιαστικά διαφοροποιημένες κατευθύνσεις. Η πρώτη στηρίχθηκε στην δυνατότητα άσκησης ευρύτερων εμπορικών δραστηριοτήτων, γεγονός που απαιτούσε αυστριακή υπηκοότητα, και η δεύτερη στην δυνατότητα αξιοποίησης των φορολογικών ελαφρύνσεων και των όρων εμπορίου με την οθωμανική αυτοκρατορία.
Η διαφοροποίηση αυτή αποτέλεσε και την αιτία διάστασης των δύο κατά τον 18ο αιώνα συγκροτηθέντων Κοινοτήτων στην οργάνωση της εκπαίδευσης των νεαρών μελών της παροικίας στην Αυστρία και την ανεξάρτητη δράση τους. Παρ’ όλα αυτά οι Έλληνες στην Αυστρία κυριάρχησαν στην τοπική κοινωνία, καταλαμβάνοντας συγκεκριμένες σημαντικές θέσεις στο συνολικό οικονομικό και κοινωνικό σύστημα της χώρας.
Η προσέλευση στην αυστριακή πρωτεύουσα κορυφαίων Ελλήνων λογίων εκείνης της εποχής (Φεραίος, Μισιόδακας, Κοντός, Ανθιμος Γαζής, Νεόφυτος Δούκας κλπ.) για την έκδοση τόσο των βιβλίων τους, όσο και λογοτεχνικών περιοδικών και μεταφράσεις στην ελληνική αξιόλογων ξενόγλωσσων έργων είχε ως αποτέλεσμα την ανάπτυξη των εκδοτικών δραστηριοτήτων της ελληνικής παροικίας στην Βιέννη σε βαθμό που να καταστεί κατά τον Κοραή «το εργαστήριο της νέας των Γραικών φιλολογίας», αλλά και βασικό κέντρο ιδεολογικής και πρακτικής προετοιμασίας της Ελληνικής Επανάστασης.
Η συλλογική δράση των κοινοτήτων προσανατολίζεται κυρίως στην αυστριακή πρωτεύουσα, ενώ οι πλούσιοι Έλληνες έμποροι αναπτύσσουν αξιολογότατο έργο στο τομέα της υποστήριξης των ελληνικών γραμμάτων στην Αυστρία, αλλά και στην υπόδουλη Ελλάδα.
Οι Ελληνες έμποροι στην Αυστρία απετέλεσαν τμήμα της νέας αυστριακής αστικής τάξης και πολλοί αφομοιώθηκαν σ’ αυτή την διαδικασία. Αρκετοί, όμως, εξ αυτών, ζώντας με το όραμα της ελεύθερης Ελλάδας και προσανατολίζοντας τις εμπορικές και χρηματιστηριακές δραστηριότητές τους στον ελλαδικό χώρο συνδιαμόρφωσαν με τους ομοεθνείς εμπόρους των άλλων ευρωπαϊκών χωρών την νέα ελληνική αστική τάξη με βασικό χαρακτηριστικό τον μεταπρατικό της χαρακτήρα.

Παρόμοια διαμορφώνεται και η κατάσταση στην Ουγγαρία, αφού και η χώρα αυτή μετά το 1687 πέρασε στην κυριαρχία των Αψβούργων. Οι Έλληνες έμποροι επιβλήθηκαν στην αγροτική κατά βάση οικονομία της Ουγγαρίας, συγκροτώντας έτσι τον 19ο αιώνα την αστική τάξη της Ουγγαρίας και το πέρασμα της χώρας αυτής από την αγροτική κυρίως στην καπιταλιστική οργάνωσης της οικονομίας της.
Οι ελληνικές κοινότητες στην Ουγγαρία συγκροτούνται στην αρχή σε εμπορικές κομπανίες και εξελίσσονται σε αυτοδιοικούμενες κοινότητες, με σημαντική δράση στον οικονομικό, στρατιωτικό και κοινωνικό τομέα της Ουγγαρίας αλλά και της υπόδουλης Ελλάδας, συμμετέχοντας έτσι στην ιδεολογική και υλική προετοιμασία της Ελληνικής Επανάστασης.
Στις παραδουνάβιες ηγεμονίες, οι οποίες ήταν φόρου υποτελείς στον Σουλτάνο και μετά το 1709 διοικούνται από τους Φαναριώτες ηγεμόνες, το ελληνικό στοιχείο επικρατεί στην θρησκευτική και πνευματική ζωή των ηγεμονιών με έντονη παρουσία στην διοίκηση των ηγεμονιών, η ελληνική γλώσσα εξαπλώνεται και ακμάζουν οι δύο ελληνικές Ακαδημίες του Ιασίου και του Βουκουρεστίου.

Στην ιταλική χερσόνησο η κατάσταση διαφοροποιείται από αυτήν των Αψβουργικών χωρών, επειδή σε αυτήν δεν μεταναστεύουν μόνον λόγιοι και επιφανείς οικογένειες του Βυζαντίου αλλά και αστικοί και αγροτικοί πληθυσμοί, οι οποίοι και αποτελούν τον κύριοι όγκο των Ελλήνων στην ιταλική χερσόνησο. Οι πληθυσμοί αυτοί είναι εκείνοι ακριβώς που συγκροτούν τις διάφορες ακμάζουσες παροικίες στην χερσόνησο, ενώ οι λόγιοι προσεγγίζουν τους διάφορους ηγεμόνες και πνευματικούς και εκκλησιαστικούς ηγέτες των δουκάτων της ιταλικής χερσονήσου και αποτελούν έτσι τμήμα της πολιτιστικής και πνευματικής ελίτ, αποφεύγοντας την ένταξή τους στην ελληνική παροικία. Το φαινόμενο αυτό είναι γνωστό και στις μέρες μας, όπου το μεγαλύτερο τμήμα του ομογενειακού επιστημονικού δυναμικού δεν εντάσσεται στους ομογενειακούς φορείς. Ένα φαινόμενο, που πρέπει κανείς να παίρνει σοβαρά υπ’ όψιν στους σχεδιασμούς του για τον Απόδημο Ελληνισμό. Ωστόσο οι Ελληνες λόγιοι στην Ιταλική χερσόνησο πρωτοστατούν στην διάδοση των ελληνικών γραμμάτων και τεχνών, γεγονός που συντελεί στην ίδρυση πλήθους ελληνικών εκπαιδευτικών και πολιτιστικών ιδρυμάτων σε όλη την χερσόνησο. Ένα δεύτερο στοιχείο διαφοροποίησης αποτελεί το γεγονός πως οι Ελληνες που μεταναστεύουν στην Ιταλική χερσόνησο είναι πρόσφυγες μετά από αποτυχημένη επανάσταση κατά των Τούρκων, η μετά από πτώση ελληνικών περιοχών υπό την κυριαρχία δυτικού κράτους (π.χ. Βενετία) στους Τούρκους και γι΄ αυτό είναι εξαναγκασμένη μετανάστευση. Το γεγονός αυτό συντελεί στην ίδρυση πλήθους ελληνικών φιλανθρωπικών ιδρυμάτων υποστήριξης και περίθαλψης απόρων και αναξιοπαθούντων των ελληνικών παροικιών στην χερσόνησο, αλλά και υποδοχής αγωνιστών από την Ελλάδα υπό τουρκική κατοχή.

Στην Ρωσική Αυτοκρατορία η κατάσταση διαφοροποιείται και εδώ. Κατά τον 15ο έως και τον 17ο αιώνα επισκέπτονται σε τακτική βάση την ομόδοξη Ρωσική Αυτοκρατορία ερανικές αποστολές των ανατολικών Πατριαρχείων. Οι αποστολές αυτές ιδρύουν κάποιες μόνιμες εγκαταστάσεις, η στελέχωση των οποίων και αποτελεί την πρώτη αιτία μετανάστευσης στην Ρωσία. Κατά την περίοδο αυτή παρατηρούνται και συμπαγείς εγκαταστάσεις Ελλήνων εμπόρων στα εμπορικά κέντρα της Ουκρανίας.
Μετά το τέλος των Ρωσοτουρκικών πολέμων 1768-1774 και 1787-1792 αρχίζει και η μαζική μετανάστευση ατόμων από τον ευρύτερο ελλαδικό χώρο και τα νησιά προς την νότιο Ρωσσία, ιδρύοντας ακμαίες κοινότητες, όπως στην Οδυσσό, την Χερσώνα και την Tagarog.
Η έξοδος της Ρωσίας προς τις νότιες θάλασσες με την Μεγάλη Αικατερίνη, αλλάζει τους προσανατολισμούς της ελληνικής μετανάστευσης την περίοδο αυτήν προς την Ρωσική Αυτοκρατορία. Η συνθήκες των Κιουτσούκ-Καϊναρτζή (1774) και Ιασίου (1792) προκαλούν αλλαγές στην οργάνωση των Ελλήνων στην Ρωσία και ειδικότερα των παροικιών στην Ουκρανία, λόγω της αλλαγής των εμπορικών δρόμων της Ρωσικής Αυτοκρατορίας.
Οι Έλληνες μαχητές στο πλευρό του Ρωσικού στόλου στο Αιγαίο μετανάστευσαν οικογενειακώς στα νέα ρωσικά εδάφη και τους παρεσχέθησαν μια σειρά προνομίων. Γνωστοί λόγιοι (π.χ. Ευγένιος Βούλγαρης, Κωνσταντίνος Θεοτόκης, κλπ.) εγκαθίστανται, μετά από πρόσκληση της τσαρίνας, στην ρωσική επικράτεια. Το μεταναστευτικό ρεύμα από τον ελλαδικό χώρο προς την Ρωσική Αυτοκρατορία ενισχύθηκε με την εγκατάσταση χριστιανικών πληθυσμών από τον οθωμανικό Πόντο στον Καύκασο, από την Κριμαία στην Μαριούπολη.
Οι ελληνικές παροικίες στην Ρωσική Αυτοκρατορία και η ανάπτυξή τους στηρίχθηκαν στις γενικές συνθήκες εμπορίου σε όλη την ευρωπαϊκή ήπειρο και την Οθωμανική Αυτοκρατορία, οι οποίες επικράτησαν ειδικά μετά την συνθήκη του Κιουτσούκ – Καϊναρτζή και σε μια σειρά προνομίων εκ μέρους της Ρωσίας με στόχο την τόνωση του εμπορίου και του πληθυσμού της περιοχής. Αυτό αποτελεί σημαντικό διαφοροποιητικό στοιχείο της μετανάστευσης ελληνικού πληθυσμού προς την Ρωσία σε σχέση με τα μεταναστευτικά ρεύματα προς την υπόλοιπη Ευρώπη την ίδια περίπου εποχή που στην Δυτική Ευρώπη αρχίζουν να εμφανίζονται διαδικασίες συγκρότησης εθνικών κρατών. Κατά την διαδικασία αυτή παρατηρείται στην μεν Δυτική Ευρώπη ανάσχεση των ελληνικών ρευμάτων μετανάστευσης αστικού και αγροτικού πληθυσμού, ενώ στην Ρωσική Αυτοκρατορία έκρηξη μεταναστευτικών ρευμάτων ελληνικού και όχι μόνο- σε κάθε περίπτωση χριστιανικού πληθυσμού.
Η συνεργασία των Ελλήνων εμπόρων στην Ρωσία, με τους ελληνικούς γεωργικούς και κτηνοτροφικούς πληθυσμούς της Αυτοκρατορίας και με τους ομογενείς, οι οποίοι έχουν καταλάβει δημόσια αξιώματα στην Αυτοκρατορία, το ομόδοξον των ελληνικών πληθυσμών με τον ρωσικό πληθυσμό, οι μακροπρόθεσμοι πολιτικοί σχεδιασμοί της ρωσικής ηγεσίας σχετικά με τα εδάφη και τον ορθόδοξο πληθυσμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η προσπάθεια ανάπτυξης από την Μεγάλη Αικατερίνη ενός προγράμματος φωτισμένης δεσποτείας, ο εθνικισμός που γέννησε ο Διαφωτισμός και η συνεργασία τους με τους Ελληνες πλοιοκτήτες του Αιγαίου συνετέλεσαν στην ανάπτυξη των ελληνικών παροικιών και στον γρήγορα πλουτισμό των Ελλήνων εμπόρων στην Ρωσία αλλά και στην εμφάνιση και προώθηση εθνεγερτικών ιδεολογιών και δραστηριοτήτων (π.χ. Φιλική Εταιρεία) Οι ελληνικές παροικίες στην Ρωσική Αυτοκρατορία φρόντιζαν για την ελληνοπρεπή εκπαίδευση των νεαρών μελών της παροικίας και το φιλανθρωπικό τους έργο προσανατολίζεται πρωτίστως στις περιοχές καταγωγής τους, στους επαναστατημένους του ελληνικού χώρου και σε ιδρύματα του ρωσικού κράτους, τα οποία προωθούσαν την διάδοση της ελληνικής γλώσσας και γραμμάτων.

Κατά τον 18ο και 19ο αιώνα συμβαίνουν στην Δυτική Ευρώπη και στη Οθωμανική Αυτοκρατορία ριζικές ανακατατάξεις στο σύνολο των κοινωνικών και οικονομικών σχέσεων. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία περνά από το τιμαριωτικό σύστημα στο φεουδαρχικό, το οποίο και εδραιώνεται. Κατά την περίοδο αυτή διαμορφώνεται στον ελλαδικό χώρο και η ελληνική αστική τάξη, η οποία λόγω του ειδικού βάρους των εμπόρων – της εμπορικής τάξης – θα προσδώσει στο σύνολό της τον χαρακτήρα της ελληνικής αστικής τάξης ως μεταπρατικής. Μία μικρή μερίδα της θα αποτελέσει η βιοτεχνική αστική τάξη, η οποία αναπτύσσεται σε αστικά κέντρα, όπως των Ιωαννίνων, των Αμπελακίων, της Άρτας, της Θήβας, της Πάτρας, της Θεσσαλονίκης, της Σμύρνης και της Μοσχόπολης. Μια άλλη ισχυρή μερίδα της διαμορφούμενης ελληνικής αστικής αποτελεί αυτή των πλοιοκτητών, η οποία θα κατοχυρώσει τον έλεγχο των θαλάσσιων εμπορικών οδών στους Ελληνες εμπόρους, οι οποίοι ήδη ελέγχουν τις χερσαίες εμπορικές οδούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με την Δυτική Ευρώπη.
Η Δυτική Ευρώπη την περίοδο αυτή περνά από την φεουδαρχική οργάνωση της οικονομίας στην καπιταλιστική. Η βιομηχανική επανάσταση, οι αστικές επαναστάσεις, οι πολεμικές διενέξεις μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών αλλάζουν το τοπίο και οι Έλληνες μετανάστες και ιδιαίτερα οι Έλληνες έμποροι στη Δυτική Ευρώπη εδραιώνουν την εκεί παρουσία τους συνδέοντας και εξαρτώντας τα συμφέροντά τους με εκείνα των τόπων εγκατάστασή τους.

Στην Αγγλία η ισχνή παρουσία Σαμίων και Μηλίων μεταναστών θα ενισχυθεί μετά την ελληνική επανάσταση από Χιώτες, Σμυρνιούς και Κωνσταντινουπολίτες εμπόρους, οι οποίοι θα εγκατασταθούν στην Αγγλία, ιδρύοντας εμπορικούς οίκους ή ευρωστία των οποίων θα στηριχθεί στην συνιδιοκτησία πλοίων για την διεξαγωγή του εμπορίου και στην ενδογαμία. Η συμμετοχή στην ελληνική επανάσταση της ελληνικής παροικίας στην Αγγλία είναι πενιχρή, η δε συμμετοχή της στο φιλελληνικό κομιτάτο του Λονδίνου ασήμαντη. Σημαντική, όμως, ήταν η συμμετοχή της επιφανέστερης οικογένειας της ελληνικής παροικίας, των Ράλληδων, στην σκανδαλώδη διαχείριση των αγγλικών δανείων προς την Ελλάδα.

Αντίστοιχα ισχνή είναι και η παρουσία ελληνικής παροικίας στην Ολλανδία. Μικρή σε αριθμό, και αρκετά κλειστή μέχρι τα τέλη του 18ου αιώνα και οργανωμένη σε συντροφίες, είχε ως βασική της λειτουργία αυτή της μεταπρατικής μονάδας στο πλαίσιο του οικονομικού συστήματος. Οι λιγοστοί Έλληνες μαγαζάτορες στο Αμστερνταμ και οι φοιτητές δεν αλλάζουν τον χαρακτήρα αυτής της παροικίας.

Διαφορετική διαμορφώνεται η κατάσταση στην Γαλλία, στην οποία καταφεύγουν μετά την Άλωση ευπατρίδες, λόγιοι και απλοί Έλληνες από το Βυζάντιο. Πολλοί εντάχθηκαν σε γαλλικές στρατιωτικές μονάδες, ενώ οι λόγιοι αναπτύσσουν σημαντική δράση στον δικό τους τομέα. Οι λόγιοι αυτοί συνέβαλαν αποφασιστικά στο γίνει το Παρίσι ένα από τα σημαντικότερα κέντρα μελέτης της ελληνικής γλώσσας και πολιτισμού. Κοντά τους μαθήτευσαν ελληνιστές, όπως ο Έρασμoς, ο Bude και ο Μελάχθων. Είναι η απαρχή της Αναγέννησης, η οποία εκφράζεται μέσω μιας πρωτόγνωρης άνθησης των επιστημών, των τεχνών και των γραμμάτων γενικότερα, της ανάδειξης των καλύτερων ποιοτήτων της ανθρώπινης συμπεριφοράς και δραστηριότητας μέσω της επιστροφής στην μελέτη της φιλοσοφίας της αρχαιότητας, στην σπουδή της κλασικής, αρχαίας ελληνικής και λατινικής φιλολογίας και στην εκμάθηση των αντιστοίχων γλωσσών, μία τάση η οποία έρχεται σε αντίθεση με τον σχολαστικισμό, τη σχολαστική φιλοσοφία, η οποία είχε την πλήρη υποστήριξη της εκκλησίας. Μεταξύ των μελών της ελληνικής παροικίας λογίων στην Γαλλία αναπτύσσονται σφοδρές αντιπαραθέσεις σε θέματα ελληνικής γλώσσας και πολιτισμού και ειδικότερα του τρόπου που οι Έλληνες στην Ελλάδα θα αποκτούσαν την πολιτιστική τους οντότητα. Κύριοι αντίπαλοι ο Α. Κοραής και ο Π. Κοδρικάς. Με την έναρξη της ελληνικής επανάστασης οι αντίπαλες «δυνάμεις» των Ελλήνων λογίων στην Γαλλία θα ενώσουν από κοινού τα ξίφη τους για την υπεράσπιση της ελληνικής επανάστασης του 1821.
Ελληνική εμπορική αποικία άρχισε να σχηματίζεται στην Μασσαλία λίγο πριν την ελληνική επανάσταση από Έλληνες έμπορους, οι οποίοι εκμεταλλευόμενοι την επισιτιστική κρίση στην Γαλλία, λόγω του εμπορικού της αποκλεισμού από την Αγγλία, και σπάζοντας τον αποκλεισμό πουλούσαν πανάκριβα, κυρίως σιτάρι, στους πεινασμένους Γάλλους. Κατά την διάρκεια της ελληνικής επανάστασης αρκετοί Έλληνες έμποροι κατέφυγαν πρόσφυγες στην Μασσαλία, η οποία κατά την διάρκεια της ελληνικής επανάστασης υπήρξε ένα από τα σημαντικότερα σημεία επιβίβασης φιλελλήνων εθελοντών, φόρτωσης όπλων και εφοδίων για την επαναστατημένη Ελλάδα. Στην οργάνωση και χρηματοδότηση των αποστολών αυτών συμμετείχε δυναμικά και η ελληνική εμπορική παροικία στην Μασσαλία.

Στην Ισπανία καταφεύγουν Έλληνες, μετά την Άλωση, από διάφορες περιοχές της Ελλάδας και πολλοί κατατάσσονται στα μισθοφορικά σώματα του ισπανικού στρατού, πεζικού, ναυτικού και ιππικού. Σημαντική ήταν και η παρουσία Ελλήνων λογίων ως συλλογείς και αντιγραφείς ελληνικών χειρογράφων. Ο αγγλο-γαλλικός ανταγωνισμός έδωσε την δυνατότητα στους Έλληνες εμπόρους να εγκατασταθούν ως Άγγλοι υπήκοοι σε υπό αγγλική κατοχή εδάφη της Ιβηρικής και της Μινόρκα, απολαμβάνοντας, παρά την αντίσταση του καθολικού κλήρου, διαφόρων προνομίων. Σημαντικές, επίσης, ήταν οι προσφερθείσες στους Άγγλους υπηρεσίες των Ελλήνων εμπόρων αλλά και ναυτικών κατά τον επταετή Αγγλο-γαλλικό πόλεμο, αλλά και στην ανάπτυξη του αγγλικού εμπορίου.
Περνώντας από την ευρωπαϊκή στην αφρικανική ήπειρο, η Αίγυπτος παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον επειδή η ύπαρξη του Πατριαρχείου της Αλεξανδρείας εντάσσει την χώρα αυτήν στην πολιτισμική κοινοπολιτεία των ορθόδοξων λαών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Πριν από τον 19ο αιώνα, η μετανάστευση Ελλήνων προς την Αίγυπτο είναι σποραδική και μεμονωμένη, ενώ στη συνέχεια, αυτή η μετακίνηση τείνει να συγκεντρώνει τα χαρακτηριστικά εκείνα, που μπορούν να την εντάξουν στον ορισμό που δίνουν για τη μετανάστευση οι J. J. Mangalam και Η. Schwartzeller ο οποίος έχει ως εξής: «η σχετικά διαρκής μετακίνηση από ένα γεωγραφικό τόπο σε έναν άλλο, μιας σειράς ατόμων, της οποίας μετακίνησης προηγείται μια διαδικασία λήψης απόφασης εκ μέρους αυτών των ίδιων ατόμων, πάνω στη βάση μιας αξιολογικά δομημένης σειράς από αίτια και σκοπούς και απ’ την οποία μετακίνηση προκύπτουν αλλαγές στο σύστημα αλληλεπίδρασης των ατόμων» [Mangalam-Schwartzeller 1969-70: 5-19].

Δυο είναι οι βασικοί λόγοι, που εξηγούν τη δημιουργία αυτού του «ρεύματος» μετανάστευσης ελληνικού πληθυσμού προς την Αίγυπτο: • Πρώτον (και όσον αφορά στον τόπο προέλευσης, δηλαδή την Ελλάδα), η κακή οικονομική κατάσταση της χώρας, κατά το πρώτο ήμισυ του 19ου αιώνα, όταν ξεκινά την ιστορία της ως ανεξάρτητο κράτος, μετά από τέσσερις αιώνες οθωμανικής διοίκησης. Η κατάσταση αυτή έστρεψε τις αναζητήσεις για μια «καλύτερη μοίρα», σε έδαφος άλλο από αυτό της τότε ελληνικής επικράτειας, ενώ το στοιχείο της γεωγραφικής εγγύτητας καθιστούσε την απόφαση πιο «εφικτή» και πιο εύκολη για την εποχή.
Δεύτερον (και όσον αφορά στον τόπο προορισμού, δηλαδή την Αίγυπτο), τα ενθαρρυντικά μέτρα του Μωχάμετ Άλι, -που διοίκησε την Αίγυπτο απ’ το 1805 ως το 1848-, για την εγκατάσταση ξένων εμπόρων έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην απόφαση αρκετών Ελλήνων να κατευθυνθούν εκεί για την ανάπτυξη των εμπορικών και επιχειρηματικών τους δραστηριοτήτων.
Εκτός όμως απ’ την ευνοϊκή στάση που κράτησε ο Μωχάμετ Άλι, στο θέμα της εγκατάστασης ξένων στην Αίγυπτο, σημαντικό ρόλο έπαιξε και το υφιστάμενο τότε καθεστώς των Διομολογήσεων. Οι Διομολογήσεις, καθεστώς το οποίο ίσχυσε μέχρι το 1937 οπότε και καταργήθηκε, αφορούσαν στην έκδοση «διαβατηρίων» -σειρά τροποποιήσεων των οθωμανικών νόμων περί μετακινήσεως πληθυσμών στο εσωτερικό της αυτοκρατορίας και περί της άσκησης οικονομικών δραστηριοτήτων-, και αποτέλεσαν έναν ευνοϊκό παράγο¬ντα για τους τότε μεταναστεύοντες Έλληνες.

Τη σύγχρονη περίοδο εγκατάστασης των Ελλήνων στην Αίγυπτο, ο καθ. Ευθ. Σουλογιάννης τη χωρίζει σε τέσσερις περιόδους
1η περίοδος 1830-1881: καλύπτει την περίοδο απ’ την ίδρυση του ελληνικού κράτους ως την επανάσταση του Οράμπι στην Αίγυπτο και την αρχή της βρετανικής κατοχής. Την περίοδο αυτή, διαμορφώνεται ο ελληνισμός της Αιγύπτου, αρχίζει η οργάνωση του σε συλλόγους και κοινότητες ενώ συνάπτονται οι πρώτες διμερείς σχέσεις μεταξύ Ελλάδας και Αιγύπτου. 2η περίοδος 1882-1913: από την αρχή της βρετανικής κατοχής στην Αίγυπτο μέχρι την επίσημη ανακήρυξη της ως προτεκτοράτου και τον 1ο Παγκόσμιο Πόλεμο. Οι Έλληνες κυριαρχούν σε πολλούς τομείς οικονομικών δραστηριοτήτων και συνεχίζουν την οργάνωση τους.
3η περίοδος 1914-1940: από την ανακήρυξη του προτεκτοράτου μέχρι τον 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο. Είναι η περίοδος της μεγάλης ακμής του εκεί Ελληνισμού σε όλους τους τομείς, οικονομικό, πνευματικό κλπ. Η Αίγυπτος αποκτά την ανεξαρτησία της και οι νέες πολιτικές συνθήκες αφήνουν να διαφανούν τα πρώτα ανησυχητικά σημάδια για το μέλλον της ελληνικής παροικίας.
4η περίοδος 1940 – σήμερα: από το 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο μέχρι τις μέρες μας. Είναι η περίοδος της μεγάλης διαρροής των Αιγυπτιωτών -σε Ελλάδα, Η ΠΑ, Καναδά, Αυστραλία, Ν. Αφρική-, σαν συνέπεια μιας σειράς θεσμικών αλλαγών στον τρόπο άσκησης των οικονομικών δραστηριοτήτων τους, και γενικότερα, ριζικής αλλαγής του ζωτικού περιβάλλοντος της χώρας.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Αν και η παραπάνω εν τάχει επισκόπηση φαίνεται να προσδίδει μια συγχρονική διάσταση για μια περίοδο, η οποία καλύπτει τέσσερις και πλέον αιώνες, παρά ταύτα είναι εύκολο να διαγνωσθούν οι βασικοί παράγοντες οι οποίοι επηρεάζουν και κατ’ αυτήν την περίοδο την δομή και λειτουργία των παροικιακών φορέων.

Το πολιτιστικό επίπεδο των Ελλήνων, οι οποίοι μετανάστευσαν μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης σε σχέση με αυτό των «γηγενών» ήταν υψηλό και πολλές φορές κυρίαρχο. Αυτό είχε ως συνέπεια την απουσία του λεγόμενου «πολιτιστικού σοκ» και τον εξωστρεφή προσανατολισμό των παροικιακών φορέων. Δεν υπάρχει χρόνος προσαρμογής, ούτε κεντρικές προσπολιτισμικές πολιτικές. Άλλωστε τα εθνικά κράτη αρχίζουν να εμφανίζονται με την κατάρρευση των πολυεθνικών κρατών γεγονός που σημαίνει πως δεν υπάρχει κυρίαρχη πολιτιστική εθνότητα, δεν υπάρχουν ξένοι και εγκλείσιμοι υποχώροι, σ’ έναν χώρο ομοιογενή, συνεχή, αναστρέψιμο και ανοιχτό.
Με την εμφάνιση των εθνικών κρατών και το πέρασμα από τον φεουδαρχισμό στον καπιταλισμό, ο ομοιογενής και χωρίς τέρμα αυτός χώρος γίνεται αντιληπτός ως καμωμένος από αποστάσεις, ρήγματα, κερματισμούς, περιφράγματα και σύνορα. Η εμφάνιση των συνόρων, με την σύγχρονη έννοια, σ’ ένα σειραίο και ασυνεχές πλέγμα μέσα στο οποίο εγγράφονται οι κινήσεις του κεφαλαίου και η διευρυμένη του αναπαραγωγή, απετέλεσε τον παράγοντα ουσιαστικής διαφοροποίησης των Ελλήνων εμπόρων από την υπόλοιπη παροικία. Οι Έλληνες έμποροι στην Δυτική Ευρώπη συμμετέχουν πρωτοστατώντας στην μονοπώληση των μεθόδων οργάνωσης του χώρου, του οριζόμενου ως «εθνικού εδάφους», αποτελώντας έτσι συνιστώσες των συγκροτούμενων εθνικών κρατών της Δυτικής Ευρώπης, υλοποιώντας την πολιτική-δημόσια ομοιογενοποίησή τους σε μια χρονική μήτρα σειραιοποιημένων πολλαπλών, ξεχωριστών, διαφορικών χρονοτήτων, των οποίων το πλαίσιο αναφοράς των μεταβολών καθορίζεται από το κράτος
Μέσα σε αυτήν την καπιταλιστική χωρική και χρονική μήτρα του νέου τρόπου παραγωγής και παραγωγικών σχέσεων οι Ελληνες έμποροι συνδιαμορφώνουν με την γηγενή βιοτεχνική και την αναδυόμενη βιομηχανική τάξη την αστική τάξη των Δυτικών χωρών και αφομοιώνεται πλήρως. Ένα τμήμα των Ελλήνων εμπόρων του παροικιακού Ελληνισμού της Δυτικής Ευρώπης προσανατολίζει τις δραστηριότητές του στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος επιδιώκοντας να συμπιέσει στην ίδια δυτικότροπη χωρο-χρονική μήτρα μη προσαρμόσιμες, μη συμβατές παραδόσεις και αντιλήψεις, γεγονός το οποίο συνετέλεσε στην στοχευμένη εξάρτηση του ελληνικού κράτους από τις δυτικές καπιταλιστικές μητροπόλεις, ανάλογα με την πρόσδεση των συμφερόντων της κυρίαρχης κάθε φορά μερίδας της ελληνικής αστικής τάξης και της πολιτικής της εκπροσώπησης με αντίστοιχα μιας ή περισσοτέρων εκ των καπιταλιστικών μητροπόλεων της Δ. Ευρώπης.

Οι αρχικές διαπιστώσεις πως «το συγκεκριμένο καί χωρο-χρονικά προσδιορισμένο επίπεδο του συνόλου των κοινωνικών σχέσεων της χώρας υποδοχής, ο βαθμός ρευστότητας των σχέσεων παραγωγής καθορίζει και τις δυνατότητες διείσδυσης της ομοεθνικής ομάδας στο συνολικό πλέγμα των σχέσεων παραγωγής, και πως για κάθε ελληνική παροικία στο εξωτερικό κάθε συγκεκριμένη περίοδος δημιουργεί και τα δικά της πλαίσια λειτουργίας της παροικίας, τα οποία καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό την ανάπτυξή της, την δομή και τον προσανατολισμό της», παραμένουν υφιστάμενες και κατά την περίοδο μετά την Άλωση της Κωνσταντινούπολης μέχρι και τα τέλη του 19ου αιώνα. Μόνον κάτω από αυτήν την αντίληψη καθίσταται δυνατή κάθε στοχευμένη πολιτική της Ελλάδας ενίσχυσης των δεσμών με τον Ελληνισμό της Διασποράς, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την 3η και μετέπειτα γενιές, οι οποίες αποτελούν περισσότερο – αν όχι εξ ολοκλήρου – πολιτιστική παραγωγή της χώρας υποδοχής. Δεν μπορεί κανείς να καθορίζει για παράδειγμα εκπαιδευτική ή πολιτιστική πολιτική για τον Ελληνισμό της Διασποράς αγνοώντας το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων της χώρας «υποδοχής», το επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών της δυνάμεων, τις μορφές οργάνωσης του κράτους και πλήθος άλλων στοιχείων που συντελούν στην επιτυχή προώθηση αυτής αλλά και κάθε επιμέρους πολιτικής.
Ι. Μότσης

Αθήνα 30/5/2011